Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

ESBJÖRN SVENSSON TRIO ένα live στο Λονδίνο από το 2005, που τώρα γίνεται δίσκος

Για τους Esbjörn Svensson Trio ή απλώς e.s.t. (Esbjörn Svensson πιάνο, Dan Berglund μπάσο, Magnus Öström ντραμς) έχουν γραφεί πολλά, πάρα πολλά. Έχει τονιστεί στο έπακρο, δηλαδή, η σημαντικότητά τους πάνω σε αυτή τη νέα ταυτοποίηση της ευρωπαϊκής jazz – κάτι που ξεκίνησε να συμβαίνει σταδιακώς μετά τα μέσα του ’90, για να ολοκληρωθεί περίπου μια δεκαετία αργότερα, με τον αδόκητο θάνατο τού Svensson (το 2008, στα 44 χρόνια του).
Αυτό το συγκρότημα –που είχαμε την ευκαιρία να το δούμε ζωντανό στην καλύτερη στιγμή του, σε μια συναυλία που είχαν διοργανώσει το περιοδικό Jazz & Τζαζ και η A&N Music, την 11η Δεκεμβρίου 2006, στο προσφάτως τότε ανακαινισμένο Παλλάς– είναι σίγουρο πως δεν είχε φθάσει ακόμη στην καλλιτεχνική κορυφή του, κάτι που διαπιστώνεται τέλος πάντων και από τις… μεταθανάτιες εκδόσεις του, που δεν είναι και λίγες… “Leucocyte”, “301”, “E.S.T. Symphony” και τώρα “e.s.t. live in London”. Αυτό το τελευταίο 2LP και 2CD κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, πάντα από την ACT Music + Vision (ΑΝ Music), ως μνημόσυνο για τα δέκα χρόνια απουσίας τού Svensson, συλλαμβάνοντας τους e.s.t. σε μια δημιουργική καμπή της διαδρομής τους, λίγο μετά την κυκλοφορία του ιστορικού “Viaticum” (2005). Πρόκειται για μια παράσταση στο Λονδίνο, ανέκδοτη έως σήμερα φυσικά, που συνέβη στο Barbican Centre την 20η Μαΐου 2005.
Όπως γίνεται αντιληπτό το τότε εκδοθέν “Viaticum” αποτελεί το κυρίως μενού τού live set – καθώς από το πρώτο CD τα πέντε από τα έξι tracks προέρχονται από ’κει. Λέμε για τα “Tide of trepidation”, “Eighty-eight days in my veins”, “Viaticum”, “In the tail of her eye” και “The unstable table & the infamous fable”, με τηνπλευρά να συμπληρώνει το Mingle in the mincing-machine” από το “Seven Days Of Falling” του 2003. Αυτά τα πέντε tracks στο στούντιο άλμπουμ είχαν διάρκειες 7:12, 8:22, 6:51, 6:55 και 8:32, ενώ στο live οι νέες διάρκειες είναι 9:51, 10:17, 6:56, 7:13 και 12:55 αντιστοίχως. Επίσης το Mingle in the mincing-machine”, που στο “Seven Days Of Falling” διαρκούσε 6:48, εδώ διαρκεί 14:22.
Παρατηρούμε λοιπόν πως οι διάρκειες του live είναι μεγαλύτερες ή και πολύ μεγαλύτερες (έως και επτάμισι λεπτά!) εκείνων του στούντιο – πράγμα που σημαίνει πως το γκρουπ διαμορφώνει τις συνθέσεις του, στη συναυλία, μ’ έναν τρόπο διαφορετικό, προβάλλοντας και περισσότερα αυτοσχεδιαστικά στοιχεία και εμμένοντας σ’ ένα μεγαλύτερο ξεκαθάρισμα των αναφορών του (τουλάχιστον εκείνων που προσπερνούν την jazz, προσεγγίζοντας το rock, ή το fusion καλύτερα, όπως και των κόσμο των live electronics). Και είναι αυτά τα rock και ηλεκτρονικά στοιχεία (ας τα λέμε έτσι), που δείχνουν στο 14λεπτο “Mingle in the mincing-machine” (στην αρχή και στο τέλος του) και στο “The unstable table & the infamous fable” (επίσης στην αρχή, και μέχρι το έκτο λεπτό, και προς το τέλος πάλι) εκείνη τη μοναδική ικανότητα των e.s.t. να περιγράφουν με ενάργεια και με δύναμη πολύπλοκες και σύνθετες καταστάσεις, που η εμπλοκή των διαφορετικών αναφορών τις κάνει, στο πάλκο, ακόμη συνθετότερες.
Στο δεύτερο CD τα πράγματα δεν αλλάζουν. Εδώ έχουμε τέσσερα tracks, τρία από το “Strange Place For Snow” του 2002 (“When God created the coffeebreak”, “Behind The Yashmak”, “Spunky Sprawl”) και ένα από το “Seven Days Of Falling” του 2003 (“Believe, beleft, below”). Και εδώ οι διάρκειες είναι φυσικά μεγαλύτερες εκείνων των κανονικών CD (6:33, 10:22, 6:23, 4:51 στο στούντιο και 8:53, 17:32, 10:31, 7:24 στο live) και εδώ το μεγαλύτερο στο χρόνο track, το σχεδόν 18λεπτο “Behind The Yashmak”, είναι εκείνο το jazz-space κομψοτέχνημα, που μετά το ένατο λεπτό του, σταδιακώς, αποκτά εντελώς «χαμένα» και ανεπανάληπτα χαρακτηριστικά (ok o Svensson, αλλά το ρυθμικό τμήμα, και ιδίως ο μπασίστας Berglund, είναι εδώ το κάτι άλλο).
Βεβαίως η σειρά και η κατανομή των συνθέσεων (με τις σωστές εναλλαγές ανάμεσα στα πιο δυναμικά κομμάτια και τα περισσότερο ήπια) παίζει ένα ρόλο, αλλά είναι η εξαιρετική αρχική εγγραφή (Åke Linton) και το προσεκτικό mastering (Classe Persson) που συμβάλλουν τα μάλα στην ολοκλήρωση αυτού του άλμπουμ, το οποίον έρχεται να πλασαριστεί, ασυζητητί, μεταξύ των πιο εντυπωσιακών τού Esbjörn Svensson Trio.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

THE SOUND EXPLOSION ένα έξοχο garage-punk comeback

Θυμάμαι τους Sound Explosion από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 – από τα live και τους δίσκους τους (LP και 45άρια). Καθαρό και αμόλυντο garage-punk, ναι μεν στο πέρας της «αναβίωσης», αλλά πάντα με δύναμη και με πάθος παιγμένο και με πολλές και ωραίες (να το λέμε και τούτο) ελληνικές αναφορές (“Hopeless endless way” / Olympians, “Misirlou the Greek” κ.λπ.), που για ’μας είχαν, έχουν και θα έχουν και αυτές το νόημά τους. Οι άνθρωποι ζούσαν για ’κείνο που έκαναν, τα έδιναν όλα στη σκηνή και τα βινύλια, ο κόσμος από κάτω όχι απλώς γούσταρε μα παραληρούσε… και καθώς τα χρόνια κυλούσαν η μπάντα θα ετοποθετείτο από την ιστορία σ’ ένα άλλο επίπεδο, όπως συχνά συμβαίνει. Σ’ εκείνο του δικού μας rock nroll… μύθου. Δεν ξέρω αν είναι βαριά η κουβέντα, όμως αυτό που συνέβη με την πρόσφατη δισκογραφική και συναυλιακή επανεμφάνιση των Sound Explosion κάτι τέτοιο φανερώνει. Ο κόσμος… σαν έτοιμος από καιρό. Κι έτσι, με το που έσκασαν τα νέα άρχισε να ξετυλίγεται το σχετικό πανηγύρι σε όλες τις διαστάσεις του. Αρκεί να δει κανείς τι ειπώθηκε και τι γράφτηκε στα μίντια για τους Sound Explosion, ώστε να αντιληφθεί του λόγου το αληθές. Το χάρηκε το συγκρότημα, το χάρηκαν οι φίλοι του, το χαίρεται και η απανταχού garage κοινότητα, με το «διαμάντι» που κυκλοφόρησε (LP και CD) από την Lost in Tyme εσχάτως.
Τι να πει κανείς για το The Explosive Sounds ofThe Sound Explosion; Ό,τι και να πεις θα είναι μικρό και λίγο μπροστά σ’ εκείνο που ξεχύνεται από τα ηχεία, καταβροχθίζοντας τα πάντα στο πέρασμά του – και βασικά εκείνη την πομφόλυγα που θέλει το rock nroll να έχει προ πολλού πεθάνει. Τρίχες…
Να πω λοιπόν και κατ’ αρχάς πως ο τίτλος του άλμπουμ με παρέπεμψε αμέσως στο “The Explosive Sound of the Atlantics” (1964), στο αριστούργημα των Αυστραλών Atlantics (με τους δύο συμπατριώτες μας στη σύνθεσή τους – να μην το ξεχνάμε αυτό) και πως από το cover ήδη η σιξτίλα και η αναβιωτική εϊτίλα είναι παντού και οπουδήποτε, ώστε να μην έχει κανένας την παραμικρή αμφιβολία γύρω από το τι ακριβώς πρόκειται κι εδώ ν’ ακολουθήσει.
Κι έτσι, κι ενώ κυλάει το “The Explosive Sounds ofThe Sound Explosion”, αρχίζω να σκέφτομαι πως δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να γράψεις οτιδήποτε, ούτε να αναλύσεις, ούτε να εξηγήσεις, ούτε άλλα τέτοια ουτιδανά, καθώς οι δεκατέσσερις garage δυναμίτες του δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης –έστω και του παραμικρού– της αγνότητας, της δύναμης και της λειτουργικότητας του rock nroll. Όταν κάτι σε ξεπερνάει οφείλεις να κάνεις, απλώς, στην άκρη…
Το «εύγε» να πω μόνο στους ανθρώπους που συνέταξαν αυτό το θησαυρό –στα μέλη του γκρουπ πρωτίστως (Γιάννης Αλεξόπουλος κιθάρες, φωνή, Δημήτρης Δημόπουλος μπάσο, φωνητικά, Στέλιος Ασκοξυλάκης φαρφίζα, φωνητικά, Σταύρος Δακτυλάς ντραμς, κρουστά), μα και στην Lost in Tyme περαιτέρω–, κάνοντας σαφέστερη την ύστερη προτροπή μου προς όλες και όλους. Ακούστε αυτόν το δίσκο.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 97

23/5/2018
Πέθανε ο Philip Roth, για κάποιους, για πολλούς, ο μεγαλύτερος συγγραφέας της σύγχρονης Αμερικής.
Στην Ελλάδα κυκλοφορούν πολλά βιβλία του, που τυπώθηκαν σχεδόν όλα τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Αργήσαμε να τον πάρουμε χαμπάρι δηλαδή. Πάντως το πρώτο(;) ελληνικό του ήταν το Η Nόσος του Πόρτνοϋ [Γράμματα, 1980], ένα βιβλίο που το είχα διαβάσει στα μέσα των 80s κι είχα πάθει πλάκα. Απίστευτη αφήγηση γύρω από το σεξ, τον αυνανισμό και τις πάσης φύσεως σχετικές ενοχές και εμμονές – μια εκπληκτική εκλαΐκευση του φροϋδισμού, με οξύτητα, με πνεύμα, με χιούμορ, που είχε αναστατώσει την Αμερική (όταν κυκλοφόρησε εκεί το 1969). Για την Ελλάδα δεν ξέρω…
Ίσως η πιο παλιά μετάφραση Roth στην Ελλάδα να είναι η Φανταστική συνομιλία ενός καλού πολίτη με τον πρόεδρο Νίξον, που είχε τυπωθεί στο περιοδικό Λωτός (τεύχος 2-3) το 1971 (τόσο παλαιά!). Απίστευτο κείμενο, που έκανε με τα κρεμμυδάκια τον ανεκδιήγητο και πολεμοχαρή Nixon, μέσα στην κορύφωση του δράματος στο Βιετνάμ. 

20/5/2018
Μεγαλώσαμε με τη βία του Μπαρμπαγιώργου… Πού ήταν οι παιδοψυχολόγοι, όταν μας διαπαιδαγωγούσε ο Ευγένιος Σπαθάρης;

20/5/2018
Παλιά, στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, υπήρχαν οι Εικόνες της Ελένης Βλάχου που έγλειφαν ολημερίς και ολονυχτίς τους βασιλιάδες όπου γης. Τηλεόραση δεν υπήρχε κι έτσι όσοι σώφρονες άνθρωποι ήθελαν ν’ αποφύγουν οποιαδήποτε καθημερινή επαφή με τον… υψηλότατο βούρκο, μπορούσαν μάλλον άνετα να το πράξουν. 
Τώρα, με το ίντερνετ, ξέχασέ το. Έτσι για πλάκα να το ανοίξεις είσαι υποχρεωμένος να γευτείς την μπουρδολογία τη σχετική με τους γάμους του κάθε χαραμοφάη. 
Εγώ αυτό το αποκαλώ «βία», ύπουλη και υποδόρια, με αφάνταστες συνέπειες για την υγεία μας ως κοινωνία.

19/5/2018 
Δεν πίνει μπύρα. Πίνει φρέντο χωρίς καλαμάκι, για να... προστατεύσει το περιβάλλον. Νερό όμως πίνει από πλαστικό μπουκάλι 

19/5/2018
Υπάρχουν κάποιοι που τους αρέσει να τους βρίζουν ή να γελάνε μαζί τους. Δεν εξηγείται αλλιώς...

18/5/2018
Εντάξει, ο άνθρωπος μπορεί να βρισκόταν σε σύγχυση, μπορεί να παρέπαιε κάπου ανάμεσα στην αισθητική μαυρίλα του ναζισμού και την αθεράπευτη έλξη του προς τον κοινωνικό μηδενισμό, είχε όμως το ταλέντο να γράφει δυνατά τραγούδια. Μέσα απ’ αυτό το σκοτάδι, εννοώ, είχε τον τρόπο να βγάζει προς τα έξω τα πεισιθάνατα αισθήματά του μ’ έναν ώριμο καλλιτεχνικά τρόπο.
Κάποτε είχα όλους του δίσκους των Joy Division. Από τις αρχές του ’90 όμως δεν έχω ούτε έναν…

18/5/2018
Έγινε κάποιος ντόρος εσχάτως γύρω από τον Σταμάτη Σπανουδάκη, με αφορμή κάτι συναυλίες του στο Παλλάς, στις οποίες παραβρέθηκαν ανάμεσα σε άλλους ο φίλος του ο… Καραμαλής με τη γυναίκα του Νατάσα και λοιπά και λοιπά.
Είναι πολλοί εκείνοι που θάβουν τον Σπανουδάκη επειδή δηλώνει χριστιανός, κι επειδή εμπνέεται για να φτιάξει τις μουσικές του από τις λεγόμενες «μεγάλες ιδέες». Επίσης, επειδή λέει αυτά που λέει…
Δεν θεωρώ σοβαρούς αυτούς τους λόγους, προκειμένου να συνταχθεί οποιαδήποτε κριτική πάνω στο έργο του. Θετική ή αρνητική. Το θέμα είναι αν οι μουσικές του έχουν καλλιτεχνική αξία και αν κινητοποιούν συναισθήματα. Αυτό, εμένα, με νοιάζει κατ’ αρχάς.
Εγώ δεν τις βρίσκω κακές τις… εθνικιστικές μουσικές του Σπανουδάκη. Ακούγονται. Και ορισμένες φορές είναι μάλιστα και εμπνευσμένες, γιατί ο Σπανουδάκης είναι πολύ καλός μουσικός και δυνατός μελωδός – κάτι που το αποδεικνύει περισσότερο από 50 χρόνια τώρα.
Εντάξει, κι εμένα τα τραγούδια του από τα οποία τον έμαθε ο κόσμος (εκείνα που είπαν ο Πάριος, η Βιτάλη, η Αρβανιτάκη, ο Γαϊτάνος…) δεν μου λένε απολύτως τίποτα, κυρίως γιατί οι στίχοι τους έχουν έναν αισθητισμό, μιαν επιτηδευμένη ρομαντικότητα που μ’ ενοχλεί, αλλά με τις μουσικές του δεν συμβαίνει το ίδιο.
Ο Σπανουδάκης έχει συνθέσει π.χ. εξαιρετικά σάουντρακ, στη δεκαετία του ’70 έβγαλε πολύ καλούς δίσκους (μάλλον από καλούς μέχρι φοβερούς) και όταν ήταν 18 χρονών είχε γράψει και τραγουδήσει αυτό το κομματάκι…
Για βρείτε μου έναν Έλληνα 18άρη, σήμερα, που να μπορεί να γράψει κάτι ανάλογο σε αξία… Ας είναι και χιπχόπ, ας είναι κι ό,τι παπαρία να ’ναι…