Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΓΙΑΛΙΚΟΣ / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΕΝΤΖΟΣ αιώνια μέθη

Στην περίπτωση της «αιώνιας μέθης» [Μετρονόμος, 2018] συναντώνται, θα έλεγα, δύο διαφορετικές σχολές του έντεχνου τραγουδιού. Η μία είναι εκείνη του συνθέτη Γιώργου Καγιαλίκου, γνωστού μας και από προηγούμενα άλμπουμ του, πάντα ικανού να περιγράφει με γερές μελωδίες, ενορχηστρωμένες για… εντέχνως περιγραφικό μπουζούκι και άλλα «περίεργα» όργανα (γαλλικό κόρνο, όμποε...), λαϊκές καταστάσεις κοιτάζοντάς τες από μια κάποια απόσταση (το ίδιο, σ’ ένα άλλο επίπεδο, έπραττε συχνά ο Νίκος Μαμαγκάκης φερ’ ειπείν) και η άλλη είναι εκείνη του στιχουργού Δημήτρη Λέντζου (κι αυτός γνωστός μας από τις διάφορες δουλειές του τα πιο πρόσφατα χρόνια), που ανατέμνει με τους στίχους του κλασικά λαϊκά μοτίβα, με κάτι από την διεισδυτικότητα ενός Γιώργου Ιωάννου π.χ. Είπα τις… μαγικές λέξεις «Μαμαγκάκης», «Ιωάννου»; Ναι… και ας πω και δύο ακόμη… «Κέντρο Διερχομένων». Δεν ξέρω αν και άλλοι θα ανακαλέσουν στη μνήμη τους κάτι από τον σημαντικό εκείνο δίσκο του 1982, το «Κέντρο Διερχομένων», όμως για μένα συμβαίνει. Συμβαίνει να επαναφέρω στη μνήμη μου, μέσω των νέων τραγουδιών του Καγιαλίκου, την… επίγευση εκείνου του άλμπουμ, κάτι που το θεωρώ… καλή τύχη.
Δίπλα λοιπόν σ’ αυτούς τους δύο ανθρώπους, τον Καγιαλίκο και τον Λέντζο, στέκονται το ίδιο υψηλά οι τρεις τραγουδιστές (ο πάντα άψογος Ανδρέας Καρακότας, η μάλλον άγνωστη προς εμένα –δεν θυμάμαι αν την έχω ακούσει κάπου–, αλλά πολύ καλή Ευτυχία Μητρίτσα, η… έκπληξη Πίτσα Παπαδοπούλου, που τόσο την αδικούν ενίοτε οι εμφανίσεις της στις τηλεοπτικές ταβέρνες και, τέλος, ο ίδιος ο συνθέτης) και βεβαίως οι οκτώ οργανοπαίκτες, που υλοποιούν το ενορχηστρωτικό πλάνο τού Καγιαλίκου.
Η «Αιώνια Μέθη» είναι ένας δίσκος του παλιού-καλού (όταν ήταν καλός) καιρού. Διαθέτει, εννοώ, εκείνη τη σοβαρότητα που χαρακτήριζε μια δισκογραφική κυκλοφορία της δεκαετίας του ’70 (κυρίως) και των αρχών του ’80. Όταν έμπαινες στο στούντιο, δηλαδή, για αληθινά σοβαρούς λόγους και αιτίες και όχι από… κεκτημένη ταχύτητα ή κάτι άλλο. Επίσης, εκτιμώ ιδιαιτέρως το γεγονός πως το άλμπουμ κυλάει χωρίς σκαμπανεβάσματα. Ενορχηστρωτικά ή άλλα. Αυτή η ενότητα, από τραγούδι σε τραγούδι, σου δίνει μάλιστα και την αίσθηση ενός «θέματος», ενός concept, που και αυτό, το «θέμα», είναι επίσης προς αναζήτηση στη σύγχρονη δισκογραφία. Ποιο είναι το «θέμα» στην «Αιώνια Μέθη»; Τα γενναία πάθη των ανθρώπων του λαού. Ενός λαού, που, παρά τις πολυποίκιλες ταλαιπωρίες, φαίνεται πως, ακόμη, από κάτι συγκρατείται – πριν παραδοθεί εντελώς, και αυτός, στο ευτελές και το εφήμερο.
Επαφή: www.metronomos.gr

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

EDWARD SIMON το νέο άλμπουμ του άσσου βενεζουελανού πιανίστα με jazz, latin, ευρωπαϊκές και αφρικανικές επιρροές

O βενεζουελανός πιανίστας (και κιμπορντίστας) Edward Simon, που ζει και δουλεύει εδώ και δεκαετίες, στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν είναι κάποια «μικρή» ή «άγνωστη» περίπτωση. Μάλλον είναι ακριβώς το αντίθετο. Με καλές σπουδές και με ακόμη καλύτερες μουσικές αναφορές (τον κουβανό πιανίστα Chucho Valdés φερ’ ειπείν), ο Simon ηχογραφεί από το 1994, έχοντας προτείνει έως σήμερα μερικά πολύ καλά ή και σημαντικά άλμπουμ. Ένα τέτοιο σημαντικό και βραβευμένο άλμπουμ ήταν, για παράδειγμα, το προπέρσινό του “Latin American Songbook” [Sunnyside Communications] με τις θαυμάσιες διασκευές του σε θέματα των Astor Piazzolla, Carlos Gardel, Violeta Parra κ.ά. Τώρα, στο παρόν “Sorrows & Triumphs”, ο Simon εμπιστεύεται αποκλειστικώς τις δικές του δυνάμεις, προτείνοντας ένα ιδιαίτερο, παράξενο και εν τέλει πολύ προσωπικό ακρόαμα, που φανερώνει οπωσδήποτε τις ξεχωριστές δυνατότητες αυτού του μουσικού, που γνωρίζει, πάντα, τον τρόπο να εκπλήσσει.
Για τις ανάγκες τού Sorrows & Triumphs[Sunnyside Communications, 2018] ο Simon χρησιμοποιεί α. το δικό του κουαρτέτο, τους Afinidad, το οποίο συμπληρώνουν οι αναγνωρισμένοι David Binney άλτο, Scott Colley μπάσο και Brian Blade ντραμς, β. το σχήμα Imani Winds, μια ορχήστρα… δωματίου με μουσικούς που χειρίζονται φλάουτο, όμποε, μπασούν, κλαρινέτο και γαλλικό κόρνο και γ. μια ομάδα φιλοξενουμένων μουσικών με τη δυνατή τραγουδίστρια Gretchen Parlato ανάμεσά τους (υπάρχει ακόμη κιθαρίστας και δύο περκασιονίστες).
Τώρα, τι μουσικές συνθέτει ο Simon δεν είναι εύκολο με μια λέξη να το πούμε. Εντάξει, υπάρχει μια… τζαζ ομπρέλα οπωσδήποτε εδώ, αλλά στην πράξη η δυσκολία και το κατόρθωμα είναι το γεγονός ότι ο Simon κατορθώνει να ενοποιήσει, σε αδιατάραχτα μουσικά σώματα, επιρροές από τελείως διαφορετικές κουλτούρες (λατινοαμερικανικές, ευρωπαϊκές, αφρικανικές και βεβαίως βορειοαμερικανικές – αν μιλάμε για την jazz) και πολύ περισσότερες αν μιλάμε για συγκεκριμένα μουσικά είδη.
Το “Sorrows & Triumphs” δείχνει πως έχει ερευνηθεί βαθιά, σ’ ένα επίπεδο μελέτης, πριν αποτυπωθεί στη δισκογραφία – ένα γεγονός που δεν του στερεί, σε καμμία περίπτωση, σε αυθορμητισμό, λαϊκότητα και πρωτοτυπία.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

MEΑΤΙNG FOR BUSINESS μια improv μάζωξη και οι ηχογραφήσεις της στο Πήλιο και την Αθήνα

Το “Meating” δεν είναι λανθασμένα γραμμένο είναι λογοπαίγνιο προφανώς, όπως σαν παιγνίδι, γενικώς, αυτοσχεδιαστικό κ.λπ. δύναται να αντιμετωπιστεί και η παρούσα εγγραφή. Το Meating for Business δεν ξέρω αν είναι κάποιο σταθερό συγκρότημα ή ο τίτλος μιας περιστασιακής μάζωξης μουσικών-αυτοσχεδιαστών, που συνέβη στο Πήλιο και την Αθήνα το 2015, εκείνο που ξέρω είναι πως έτσι, μ’ αυτή την ονομασία (και ως Vol 01) κυκλοφορεί τώρα ένα βινύλιο (200 αντίτυπα) κομμένο από το label Το Δισκάδικο (το δισκάδικο στην Αγία Ελεούσης, στου Ψυρρή). Το βινύλιο αυτό αποτελείται από ένα και δύο improv tracks, που καταλαμβάνουν την καθεμία από τις πλευρές του αντιστοίχως. Για λεπτομέρειες συνεχίστε το διάβασμα…
Το πρώτο κομμάτι έχει τίτλο “MFB 1 – 1” και όπως διαβάζουμε στο back cover είναι ηχογραφημένο στο Πήλιο... μ’ έναν κάπως πρωτόγονο τρόπο. Ο Don Stavrinos, που είναι τρομπετίστας και γνωστός, σε όποιους, από τις εμφανίσεις του με τους Chickn κ.ά. και που έχει, κατά όπως φαίνεται, ένα κάποιο γενικότερο πρόσταγμα γράφει: «Η MFB1-1 ηχογραφήθηκε στο σαλόνι της κ. Κλειδωνάρη στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου. Τα πνευστά είναι χωρισμένα σε δύο ομάδες των τεσσάρων (αριστερά – δεξιά) και οι δύο κρουστοί βρίσκονται στο κέντρο. Υπάρχει ένας βασικός σκελετός που αφορά περισσότερο στη ροή και στις δυναμικές, χωρίς να εστιάζει σε αρμονικές συνδέσεις και ρυθμική αγωγή».
Έτσι λοιπόν στο “MFB1 – 1” έχουμε τους αριστερούς πνευστούς (Don Stavrinos τρομπέτα, Hayden Chisholm άλτο, Zakari Frantz άλτο, Δημήτρης Παντελιάς τενόρο), τους δεξιούς πνευστούς (Julian Selody άλτο, Moritz Köther άλτο, Γιάννης Βακαλούδης άλτο, Federico Pascucci τενόρο) και στη μέση τους δύο περκασιονίστες, τον Γιάννη Δεσποτάκη και την Εύη Φιλίππου. Η λογική του στησίματος είναι απλή, ίσως επιτηδευμένα απλή (σε συνδυασμό και με τα τρία μικρόφωνα – ένα στ’ αριστερά, ένα στο κέντρο κι ένα δεξιά) και το αποτέλεσμα εξ ίσου… πρωτόγονο (το ξαναλέω), μιας και σ’ αυτόν τον πρωτογονισμό έγκειται και η ιδιοτυπία του.
Η ανάπτυξη των… ανύπαρκτων θεμάτων, όπως και η ηχητική ροή, είναι αυτά που πρέπει να είναι σε τέτοιου τύπου ηχογραφήσεις, που χοντρικά μας πάνε πίσω στις σκληρές improv μέρες της FMP (και άλλων παρεμφερών ετικετών). Έτσι, και όσο κι αν προσπαθείς να ανακαλύψεις κάποιες συγκεκριμένες αναφορές (ορισμένα συντομότατα περάσματα που σχετίζονται με το δημοτικό τραγούδι π.χ.) το τελικό αποτέλεσμα παραμένει ουσιαστικά αδέσμευτο από τόπους και από χρόνους.
Στη δεύτερη πλευρά είναι χαραγμένα τα “MFB 1 – 2” και “MFB 1 – 3” (ηχογραφήσεις στην Αθήνα από κάποια παράσταση) κι εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Κατ’ αρχάς τα στάνταρντ της εγγραφής είναι οπωσδήποτε πιο ανεβασμένα, ενώ και η μουσική ακούγεται στ’ αυτιά μου ακόμη πιο ενδιαφέρουσα (κάτι στο οποίο συμβάλλει οπωσδήποτε και η εγγραφή). Ό,τι ακούγεται εδώ προέρχεται από τέσσερα άτομα, τον James Wylie άλτο σαξόφωνο, τον Hayden Chisholm άλτο σαξόφωνο, φωνή, τον Don Stavrinos πνευστά και τον Γιάννη Δεσποτάκη κρουστά και φωνή.
Αν το πρώτο track έχει τη λογική της… αδέσμευτης ελευθερίας τής Side A, το δεύτερο κομμάτι, το “MFB 1 – 3” έχει μια κάποια δέσμευση, φέρνοντας στη μνήμη μου τις μαγικές ηχογραφήσεις των Πολωνών Ossian από τη δεκαετία του ’70 (και αργότερα στα eighties ως Osjan κ.λπ.). Εδώ η αρχαιοπρέπεια σχετίζεται κατά πρώτον με τα φωνητικά, που είναι άναρθρα και προσομοιάζουν σε φόρμες πρωτο-επικοινωνίας και εν συνεχεία με το ορχηστρικό υλικό, που ακολουθεί μια παγανιστική, τελετουργική ανάπτυξη. Εξαιρετικό κομμάτι και μια «ιδέα», κεντρική φρονώ, για περισσότερο ψάξιμο από τους περιστασιακούς ή λιγότερο περιστασιακούς Meating for Business
Επαφή: www.todiskadiko.com

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

VIBRAVOID αδιανόητη cosmic-psych εμπειρία!

Το ότι έχουν ξεσαλώσει οι Γερμανοί Vibravoid, κυκλοφορώντας το ένα άλμπουμ μετά το άλλο είναι, σίγουρα, γνωστό στους φίλους τους – που είναι πολλοί και στην Ελλάδα. Εδώ θα παρουσιάσουμε τις πιο πρόσφατες δουλειές τους, που θα είναι διαθέσιμες για όλους σε κανα μήνα από τώρα (25 Μαΐου) όπως διαβάζω.
VIBRAVOID: Vibrations from the Cosmic Void [Stoned Karma SK012CD, 2018]
Το νέο… κανονικό άλμπουμ των Vibravoid λέγεται “Vibrations from the Cosmic Void” και θα κυκλοφορήσει σε τέσσερις μορφές (και σε digital). Σε διπλό LP+CD και σε 200 κόπιες, σε σκέτο διπλό LP και σε 300 κόπιες (και στις δύο περιπτώσεις το δεύτερο bonus LP είναι το “Live at Rheinkraut Festival 2018”), σε απλό LP χιλίων αντιτύπων, καθώς και σε σκέτο CD με δύο bonus tracks. Διαλέγετε και παίρνετε… Εμείς, έχουμε εξασφαλίσει ήδη το CD και γι’ αυτό θα πούμε τώρα… όσα ακολουθούν.
Οι Vibravoid είναι μια… παλαιολιθική μπάντα κάπως all around. Οι άνθρωποι είναι με τα μπούνια χωμένοι στον παλαιό ψυχεδελικόν ήχο, που φτάνει μέχρι το… δικό τους krautrock, τον οποίον επαναφέρουν στο τώρα μ’ ένα σύγχρονο και κάπως πληθωρικό πρόσωπο. Φαίνεται, ή μάλλον είναι σίγουρο, πως γουστάρουν πολύ αυτό που κάνουν, αλλιώς δεν εξηγείται εύκολα τέτοια προσήλωση και τέτοια «χάσιμο» στις παλαιές και ακαταμάχητες αξίες.
Το άλμπουμ ανοίγει με το 3λεπτο “Vibrations from the cosmic void part II”, ένα βαρυφορτωμένο track πνιγμένο στα εφφέ και την ψυχεδελική παραζάλη, που διαθέτει ωραία παιξίματα στην κιθάρα και στα πλήκτρα σε πρώτη φάση – τα πλήκτρα για τα οποία φρονώ πως κάνουν και τη διαφορά, καθότι έχουν seventies ηχόχρωμα, ενώ όλα τα υπόλοιπα αποτελούν… σιξτίλα. Τελειώνει γρήγορα το κομμάτι και κάπως έτσι, και χωρίς κενό, περνάμε στο 5λεπτο “The modular system”. Ωραίο instro, με γερό ρυθμικό τμήμα, αλλαγές και κοψίματα, που το μετατρέπουν αμέσως σε «επιτυχία». Αν έκανα πρόγραμμα σε ραδιοφωνικό σταθμό… για καμμιά βδομάδα θα το μετέδιδα πάντα πρώτο. Και μετά δεύτερο… Το πρώτο δαιδαλώδες θέμα είναι το 13λεπτο “Melodies of the star”, που έχει και φωνή (όχι τραγούδι ακριβώς), αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Το κομμάτι είναι και αυτό εξαιρετικό, παντελώς «χαμένο», με τα οργανικά στρώματα (κιθάρες, πλήκτρα, εφφέ) να επικάθονται το ένα πάνω στο άλλο με δύναμη, δημιουργώντας μία εκτατική φούσκα, την οποίαν αναμένεις να κάνει «μπαμ» στο κάθε επόμενο δευτερόλεπτο. Κάνει («μπαμ») σταδιακώς και μετά τη μέση… σ’ ένα παρατεταμένο ντεμαράζ, που αν εξαιρέσεις τις πενιές που ακούγονται κάπως off, θα το ζήλευαν και οι Hawkwind (και οι Cosmic Dead φυσικά... και άλλοι διάφοροι). 
Το επόμενο κομμάτι, που θα ξεκινά, λογικώς, τη δεύτερη πλευρά του LP, είναι το σχεδόν 20λεπτο “The intergalactic playground”. Εδώ οι κατευθύνσεις είναι kraut / cosmic, με ευρεία χρήση και ινδικών, ρυθμικών και μελωδικών, στοιχείων. Κι εδώ η ανάπτυξη έχει τη λογική του παλίμψηστου, με τις «κρυμμένες» επιφάνειες και με τα νέα στρώματα, που επικάθονται για να τις σκεπάσουν. Το άλμπουμ θα κλείσει με το “Frequencies of the cosmos” ένα επιβλητικό, 2λεπτο κομψοτέχνημα, που φέρνει στο νου μου τα «Τοπία»(!) του Δημήτρη Παπαδημητρίου επί το… λυσεργικότερον φυσικά.
Το πρώτο bonus είναι το 20λεπτο electronic-krautMirrorspace” και σαν ιδέα δεν διαφέρει και πολύ από το… αδελφάκι του “The intergalactic playground”, με το “Milchstrasse 14, Köln”, που κλείνει το CD, να αποτελεί μια κλασική (και εξαιρετική) γερμανική πρόταση με υπαινιγμούς από πρώιμους Tangerine Dream και ακόμη Michael Hoenig, Klaus Schulze και… Pink Floyd (για να λέμε τα βασικά).
VIBRAVOID: Live at Rheinkraut Festival 2018 [Stoned Karma SK013CD, 2018]
Το δεύτερο άλμπουμ των Vibravoid, που θα κυκλοφορήσει την 25η του Μάη μόνο σε 2CD (και σε digital), είναι το ζωντανό στο φετινό Rheinkraut Festival του Ντίσελντορφ. Το γερμανικό φεστιβάλ γίνεται σε… δόσεις, καθώς απλώνεται μέσα σε όλη τη χρονιά, με την αρχή του πάντως να τοποθετείται την 16η Φεβρουαρίου τρέχοντος, με τις εμφανίσεις των Vibravoid και των Apparillo. Αυτό που ακούμε, εδώ, στα δύο CD τού live, είναι κάτι διαφορετικό (σε σχέση με τους Vibravoid πάντα). Κατ’ αρχάς, κάθε CD περιλαμβάνει ένα μόνο κομμάτι! Το CD1 έχει πάνω του το 47λεπτο(!) “Your mind is at ease” και το CD2 το 71λεπτο(!) Ballspeaker” (γνωστά, αμφότερα, από παλαιότερες δουλειές του). Οι… τερατώδεις διάρκειες, λοιπόν, αποτελούν ένα πρώτο θέμα, καθώς από μόνες τους είναι ικανές να δημιουργήσουν νέα δεδομένα.
Το πρώτο κομμάτι είναι ένας krautrock ποταμός, που ρέει κατά τον τρόπο των Gila και των Ash Ra Tempel. Οι Vibravoid (Ufo Walter μπάσο, Frank ντραμς, Christian κιθάρες) αποδεικνύουν, εδώ, πως δεν είναι μια απλή στούντιο μπάντα, που μπορεί να μεταχειρίζεται τα εφφέ και τις κονσόλες σαν κανονικά όργανα πολλαπλασιάζοντας τεχνηέντως το drop out, αλλά κι ένα γκρουπ τού πάλκου, ικανό να μεταφέρει την ίδια ώρα στη σκηνή όλα εκείνα τα ψυχεδελικά ρίγη (τα αναγνωρίσιμα από τις στουντιακές δουλειές τους) με την ίδια απαράμιλλη σφοδρότητα. Κάτι που, επί του παρόντος, συμβαίνει μάλλον με απλότητα και με ευκολία, ασχέτως αν οι Γερμανοί αρνούνται να πατήσουν «στοπ», παρά μόνο αν βαρεθούν οι ίδιοι.
Η ερώτηση είναι απλή. Τι μπορεί να έχεις κατά νου, όταν αποφασίζεις ν’ ανεβείς στη σκηνή, για να παίξεις ένα κομμάτι 71 λεπτών; Σίγουρα όχι πολλά και συγκεκριμένα. Σίγουρα κάποιες αρχικές ρυθμικές βάσεις, σίγουρα κάποιες ρέουσες μίνιμαλ μελωδίες, και σίγουρα μιαν ετοιμότητα, που θα έχει κατακτηθεί μέσα από τις συνεχείς και εξαντλητικές πρόβες (εκεί όπου σφυρηλατείται και η ενότητα τής ομάδας). Από ’κει και πέρα απαιτούνται σωματική και ψυχική δύναμη, αυτοκυριαρχία, γνώση και διάθεση για αυτοσχεδιαστική περιπέτεια και φυσικά μια σιγουριά πως αυτό που θα παρουσιάσεις δεν θ’ αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. Τώρα, αν αφήσει κάποιους αυτό είναι άλλο θέμα, αλλά, σε κάθε περίπτωση, δεν γίνεται να παίζεις αδιαφορώντας για ’κείνο που θα συντελείται από κάτω – να μην σου διαφεύγει δηλαδή πως ένα κομμάτι 71 λεπτών είναι δοκιμασία, την ίδια στιγμή, και για το ακροατήριο. Οι Vibravoid δείχνουν, και εδώ, πως είναι ένα άλλο, ένα διαφορετικό ροκ γκρουπ. Ένα γκρουπ, που ξέρει να παίζει με τις πάσης φύσεως αντοχές και να βγαίνει κερδισμένο.
Άκουσα, φυσικά, με τη μία το “Ballspeaker”, ένα θηριώδες track που δεν είναι εύκολο να το περιγράψεις. Οι Vibravoid παίζουν βεβαίως με τους χρόνους –αν αυτό το παιγνίδι δεν σου βγει, τότε είσαι χαμένος από χέρι– ξέρουν πότε πρέπει να φρενάρουν, πότε να ανεβάσουν ταχύτητα, πότε να οδηγήσουν στο ρελαντί και πότε… δωσ’ του και όποιον πάρει ο χάρος. Η φάση είναι, πάντως, πως εδώ υπάρχουν… πολύ CAN, και πως αν δεν έχεις στη διάθεσή σου μπασίστα ογκόλιθο… κατεβαίνεις από τη σκηνή στο πι και φι. Δεν είναι, λοιπόν, ότι εδώ καταγράφεται ουσιαστικά μια διασκευή τού “Mother Sky”, είναι πως έχοντας αυτό το ιστορικό track για βάση τους, οι Vibravoid πράττουν το ακατόρθωτο. Να χτίσουν βήμα-βήμα μία 15λεπτη, χοντρικά, εισαγωγή του και από ’κει και κάτω ένα «σώμα», που, μέσα από τις ποικίλες και εντυπωσιακές διαδρομές του, θα τους οδηγήσει, 55 λεπτά αργότερα, στο τέλος.
Οι Vibravoid πράττουν κάτι αδιανόητο εδώ, αλλά το κατάφεραν επειδή είναι… αδιανόητο συγκρότημα οι ίδιοι. Μιλάμε για ΜΟΝΑΔΙΚΗ ακουστική εμπειρία!
Επαφή: www.stonedkarma.com